Thursday, 11 June 2009

ΦΟΥΙΤ...

Αν θυμάμαι καλά ήταν Άνοιξη του 1998… Στα πρώτα μου βήματα σ’ αυτή την πουτάνα τη δουλειά στάθηκα τυχερός να περάσω το κατώφλι του μεγαλύτερου αθλητικού ραδιοφωνικού σταθμού του sport-fm. Και λέω τυχερός όχι λόγω του σταθμού, αλλά λόγω κάποιων ανθρώπων που γνώρισα εκεί και παραμένουν μέχρι και σήμερα πολύ καλοί μου φίλοι.
Σαν τώρα θυμάμαι την πρώτη μου είσοδο στο στούντιο του σταθμού, όπου δούλευα ως υπεύθυνος παραγωγής της πρωινής εκπομπής.
«Σιγά ρε αδερφέ… Θα το γκρεμίσουμε το στούντιο τι λέει;», άκουσα να μου λέει ένας τύπος πίσω από την κονσόλα του ήχου. Με πολύ «αρχοντικό» και παράλληλα μάγκικο στυλάκι. Και μόνο η χροιά της φωνής του ήταν αρκετή να σε κάνει να σκεφτείς, πως δεν σε παίρνει ούτε καν να απαντήσεις, πόσο μάλιστα όταν είσαι ψαρωμένος στο χώρο.
Ζήτησα συγνώμη και έγιναν οι σχετικές συστάσεις. Συνήθως στην πρώτη μου επαφή με κάποιον πέφτω πάντα έξω και έτσι και έγινε και στην προκειμένη περίπτωση. Κάθε μέρα που περνούσε, από τη δεύτερη κιόλας εκπομπή άρχισα να αναθεωρώ την πρώτη μου εκτίμηση για το συγκεκριμένο άνθρωπο και απορούσα με τον εαυτό μου πως έπεσα τόσο έξω.
Ένα πρωινό, όμως ήταν τελείως διαφορετικό απ’ όλα τα υπόλοιπα. Έχω καθυστερήσει να πάω στο σταθμό λόγω ενός σκασμένου λάστιχου.
Η είσοδος μου έστω και καθυστερημένα στο στούντιο συνοδεύτηκε με ατελείωτο γέλιο.
«Που είσαι ρε μαλάκα;»
«Σόρυ ρε αδερφέ, αλλά έπαθα… φούιτ, τι να κάνω;»
«Τι έπαθες;»
«Φούιτ ρε μαλάκα… Λάστιχο, πως σκατά το λέτε εσείς εδώ στην Αθήνα;»
Ακολούθησε μία ώρα ατελείωτης καζούρας και απίστευτου γέλιου και από εκείνο το σημείο και μετά μόλις περνούσα το κατώφλι του σταθμού άκουγα την γνωστή αυτή βαριά φωνή να φωνάζει μέσα από το στούντιο:
«ΦΟΥΙΤ…. ΦΟΥΙΤ… Ήρθε ο ΦΟΥΙΤ παιδιά… Που είσαι ρε ΦΟΥΙΤ;» και διάφορα άλλα τέτοια.
Έτσι για να γνωρίζετε κάποιοι από πού προήλθε το… ΦΟΥΙΤ, το οποίο στην πορεία για κάποιους έγινε ΦΟΥΙΤΑΚΟΣ…
«Νονός» ο Αντώνης Μπόκτωρ…
Δεν είχα την τύχη να συνεργαστώ για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί του, αλλά νιώθω απίστευτα τυχερός που γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο στην πορεία γίναμε φίλοι. Δεν ήταν λίγες οι Κυριακές όπου παρέα με Μπόκτωρ, αλλά και την υπόλοιπη τρελοπαρέα ηχοληπτών από το flash και όχι μόνο, πίναμε τα τσιπουράκια μας στον κυρ Θόδωρα στο Κουκάκι.
Όπως και πριν από μία περίπου εβδομάδα όπου πέρασα από το γνωστό σημείο και τους βρήκα όλους εκεί.
«Κάτσε ρε να πιούμε ένα τσίπουρο. Θα σε φάει η δουλειά;» τον άκουσα να μου λέει και δίπλα του στο καρότσάκι ο έξι μηνών γιος του.
όσο κι αν προσπαθώ να το πιστέψω δεν μπορώ να τα καταφέρω. Νομίζω πως δεν είναι αλήθεια, νομίζω πως κάποιος μας κάνει πλάκα. Νομίζω πως την επόμενη Κυριακή που θα μαζευτούν όλοι εκεί θα είναι κι ο Μπόκτωρ εκεί. Όπως κάθε φορά άλλωστε. Κι εκεί, αλλά και δίπλα στη γυναίκα και των έξι μηνών μπέμπη του, και πίσω από την κονσόλα του ήχου στις εκπομπές του sportfm.
Ήταν μόλις 41 χρονών και έφυγε τόσο ξαφνικά από τη ζωή. Ώρες ώρες σκέφτομαι, πραγματικά τι παιχνίδια μας επιφυλάσσει η ζωή; Ποιος ο λόγος να γίνονται όλα αυτά;
Ήταν μόλις 41 χρονών και άφησε πίσω του μια εκπληκτική σύζυγο κι ένα μπέμπη μόλις έξι μηνών…
Γιατί ρε πούστη μου να συμβαίνουν αυτά; Γιατί θα πρέπει να φεύγουν κάποιοι άνθρωποι και να μας αφήνουν τόσο πρόωρα;
Καλό ταξίδι αδερφέ και να περνάς καλά εκεί πάνω… Να μας προσέχεις… Να ξέρεις ότι θα υπάρχει πάντα μια θέση εκεί στον κυρ Θόδωρα και ένα ποτήρι με πάγο δίπλα στην υπόλοιπη παρέα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το: «ΦΟΥΙΤΤΤΤ» που φώναζες με τη χαρακτηριστική χροιά της φωνής σου… Ούτε τις μουσικάρες που έπαιζες τα πρωινά του Σαββάτου δεν θα ξεχάσω ρε παλίκαρε…



Ξέρω ότι το γούσταρες και το ακούγαμε συχνά στην εκπομπή σου… Για πάρτη σου λοιπόν…



Καλό ταξίδι αδερφέ…

Monday, 1 June 2009

Ο Σωτήρης παίρνει τηλέφωνο τον φίλο του το Γιάννη στην Θεσσαλονίκη και του λέει:
- Φίλε Γιάννη, έρχομαι εκτάκτως στην Θεσσαλονίκη για δουλειά, θα φτάσω αργά το βράδυ, μπορείς να με φιλοξενήσεις για μία βραδιά;

- Καλά ρε Σώτο και το συζητάς;

Φτάνοντας ο Σωτήρης κατά της 1:30 το βράδυ στο σπίτι του Γιάννη.

- Φιλε Σώτο, θες να κοιμηθείς με το μωρό στο δωμάτιο; Ή στο σαλόνι να σου στρώσω κάτω;

- Ασε μην ανησυχήσω το μωρό θα κοιμηθώ στο σαλόνι.

Το πρωί ο Σωτήρης σηκώθηκε πιο νωρίς από τους άλλους και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει ένα καφέ και τι να δει!!! Μια ψήλη ξανθιά 2μετρη με απίστευτο στήθος και φορώντας μόνο καυτά ροζ εσώρουχα!!!! Τα ψιλοχάνει για λίγο και ρωτάει γεμάτος απορία:

- Συγγνώμη εσύ ποια είσαι;

- Εγώ είμαι το μωρό, εσύ ποιος είσαι;

- Εγώ είμαι ο Μαλάκας που ήρθε χθες.....

Thursday, 21 May 2009

Tuesday, 5 May 2009

Όταν η κυβέρνηση κοιμάται...


Ένα δωδεκάχρονο παιδάκι βλέποντας τις ειδήσεις ρωτάει τον μπαμπά του:
- Μπαμπά, τι είναι η πολιτική;
Ο πατέρας, που είναι φανερά ικανοποιημένος που ο γιος του δείχνει σημάδια ωρίμανσης , του απαντάει με ένα παράδειγμα:
- Κοίταξε παιδί μου... Μια χώρα είναι σαν μια οικογένεια. Πάρε για παράδειγμα τη δική μας.
Η μαμά, είναι σαν την κυβέρνηση, κανονίζει τα πάντα μέσα στο σπίτι.
Εγώ, ο πατέρας, είμαι σαν το μεγάλο κεφάλαιο , στηρίζω την οικονομία του σπιτιού.
Η υπηρέτρια, είναι σαν την εργατική τάξη, κάνει όλες τις εργασίες που πρέπει να γίνουν.
Εσύ, είσαι η κοινή γνώμη που παρατηρεί τα όσα συμβαίνουν γύρω της.
Τέλος, το μωρό που έχουμε σπίτι συμβολίζει το μέλλoν της χώρας .
Σκέψου τα όλα αυτά το βράδυ, και αύριο θα συζητήσουμε για τα συμπεράσματα που έβγαλες, εντάξει;
- Εντάξει μπαμπά, απαντάει ο μικρός, και σκεφτικός πηγαίνει στο κρεβάτι του.
Στη διάρκεια της νύχτας και ενώ σκεφτόταν τα σοφά λόγια του πατέρα , ακούει κλάματα από την κούνια του μωρού. Σηκώνεται πάνω, πλησιάζει την κούνια και βλέπει ότι το μωρό έχει λερωθεί..
Πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα να το πει στην μητέρα του, ανοίγει την πόρτα και βλέπει μόνο τη μητέρα του στο κρεβάτι να κοιμάται . Ο πατέρας άφαντος! Τον πιάνει πανικός!
Από την μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου υπηρεσίας, ακούει ύποπτους θορύβους.. .πλησιάζει, κοιτάει και βλέπει τον πατέρα του με την υπηρέτρια στα τέσσερα! Κάγκελο ο
πιτσιρίκος!!!
- "Τι να κάνω;", σκέφτεται, "να ξυπνήσω την μαμά; θα δει τον μπαμπά με την
υπηρέτρια, να διακόψω τον μπαμπά; ντρέπομαι, και ποιος θα αλλάξει το
μωρό;;;, εγώ δεν ξέρω να το κάνω..."
Αποφασίζει, λοιπόν να κάνει την πάπια και πάει για
ύπνο. Το επόμενο μεσημέρι, μετά το φαγητό, λέει ο πατέρας στον γιο:
- Λοιπόν; Σκέφτηκες αυτά που σου είπα εχθές;
- Ναι πατέρα , τα σκέφτηκα.
- Και τι συμπέρασμα έβγαλες;
- Όταν η κυβέρνηση κοιμάται,
το μεγάλο κεφάλαιο πηδάει την εργατική τάξη ,
η κοινή γνώμη αδιαφορεί,
και το μέλλον της χώρας είναι βυθισμένο στα σκατά !!!
fuitakos

Tuesday, 28 April 2009

ΜΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΕΙΣ ΓΙΝΕΣΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ...

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ
> είναι μια πολύ αγαπημένη
> οικογένεια. Είναι ο
>
> αγαπημένος μου μπαμπάς, η
> αγαπημένη μου μαμά, ο αγαπημένος
> μου αδελφός
>
> και στον κάτω όροφο η αγαπημένη
> μου γιαγιά και ο αγαπημένος μου
> παππούς.
>
> Τον αγαπημένο μου μπαμπά δεν τον
> βλέπω ποτέ, γιατί φεύγει το πρωί
> για τη
>
> δουλειά και γυρίζει τα
> μεσάνυχτα. Δηλαδή κανονικά
> γυρίζει στις 7.00
>
> μ.μ., αλλά κάνει και πέντε ώρες
> γύρω γύρω το τετράγωνο μέχρι να
> βρει να
>
> παρκάρει. Κι όταν έρχεται δεν
> είναι και πολύ χαρούμενος και
> καθόλου δεν
>
> μοιάζει με τους μπαμπάδες των
> διαφημίσεων που μπαίνουν μέσα με
> δωράκια
>
> και σοκολάτες και τα παιδιά
> πηδάνε στην αγκαλιά του κι αυτός
> γελάει και
>
> τα στριφογυρίζει ψηλά. Εμάς
> λέει: «Άι σιχτίρι, το κωλοκράτος
> μου μέσα»
>
> και βροντάει τα κλειδιά στο
> συρτάρι.
>
> Την αγαπημένη μου μαμά δεν τη
> βλέπω επίσης, γιατί κι αυτή
> δουλεύει αλλά
>
> έρχεται σπίτι με το λεωφορείο.
> Και μετά πλένει, σιδερώνει,
> σφουγγαρίζει,
>
> μαγειρεύει και βρίζει τον
> μπαμπά που δεν πήρε τυρί
> τριμμένο από το
>
> σούπερ μάρκετ. Και δεν μοιάζει
> καθόλου με τις μαμάδες των
> διαφημίσεων,
>
> γιατί δεν μαγειρεύει βαμμένη
> ούτε με ψηλοτάκουνα. Κι όταν
> λερώσουμε το
>
> μπλουζάκι με σοκολάτες δεν
> γελάει χαρούμενη που έχει το
> σωστό
>
> απορρυπαντικό, αλλά μας λέει: «Ε,
> βέβαια. Άμα έχετε τη δουλάρα.
>
> Άντε βγάλ΄ το, τελείωνε,
> ΤΕΛΕΙΩΝΕ λέμε, την τύχη μου που
> στραβώθηκα και
>
> τον παντρεύτηκα».
>
> Τον αγαπημένο μου αδελφό δεν τον
> βλέπω ποτέ, γιατί λείπουμε κι οι
> δυο
>
> στο σχολείο και μετά εκείνος
> πηγαίνει φροντιστήριο και μετά
> κλείνεται
>
> στο δωμάτιό του και μετά ανοίγει
> το κομπιούτερ του και μετά
> ψάχνει
>
> γυμνές κυρίες και μετά τις
> βρίσκει και μετά χαίρεται. Ο
> μπαμπάς μου, η
>
> μαμά μου, ο αδελφός μου κι εγώ
> είμαστε μια πολύ αγαπημένη
> οικογένεια και
>
> κάθε Κυριακή μεσημέρι κάνουμε
> ένα πολύ αγαπημένο οικογενειακό
> τραπέζι κι
>
> εκεί έχουμε όλο τον χρόνο να
> τσακωθούμε μεταξύ μας. Ο μπαμπάς
> μαλώνει
>
> τον αδελφό μου που δεν διαβάζει
> αρκετά και μετά μαλώνει εμένα
> που δεν τα
>
> τρώω τα παντζάρια. Και μετά η
> μαμά μαλώνει τον μπαμπά μου
> γιατί μας
>
> μαλώνει, γιατί είναι
> «αντιπαιδαγωγικό» λέει. Και μετά
> η μαμά μου μαλώνει
>
> τον αδελφό μου που πετάει τα
> μποξεράκια του στη μοκέτα κι
> έχει και τη
>
> μέση της και μετά μαλώνει εμένα
> που θέλω να μου πάρουνε κινητό.
>
> Και μου λέει: «Έκανε κι η μύγα
> κώλο και ζητάει κινητό». Κι εγώ
> της λέω:
>
> «Η Ευαγγελία γιατί έχει κινητό
> που είναι και 27 μέρες
> μικρότερη;». Κι η
>
> μαμά μου μού λέει: «Δεν με
> νοιάζει τι κάνει η Ευαγγελία,
> εμένα με
>
> νοιάζει τι κάνει το δικό μου το
> παιδί». Και φωνάζει και ο μπαμπάς
> τής
>
> λέει: «Τώρα που ουρλιάζεις εσύ,
> δεν είναι αντιπαιδαγωγικό;» Κι η
> μαμά
>
> τού λέει: «Δεν ουρλιάζω,
> συζήτηση κάνουμε». Κι ο μπαμπάς
> μου της λέει:
>
> «Ναι, έχεις δίκιο. Μπορεί στο
> ισόγειο να μη σε άκουσαν». Κι η
> μαμά του
>
> λέει: «Έχε χάρη που είναι τα
> παιδιά, αλλιώς θα σου ΄λεγα
> τώρα». Και δεν
>
> του λέει.
>
> ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μιλάει για
> πολλή ώρα. Κι ακούγονται μόνο τα
>
> πιρούνια, τα μαχαίρια κι ο
> αδελφός μου που κάνει κλάπα
> κλούπα με τη
>
> γλώσσα του. Κι η μαμά τού λέει:
> «Δεν μπορείς να φας σαν
> άνθρωπος;» Κι ο
>
> αδελφός μου της λέει: «Σαν
> άνθρωπος τρώω». Κι η μαμά μου του
> λέει:
>
> «Θα σε καλέσουνε σε κάνα σπίτι,
> ρεζίλι θα γίνουμε». Κι ο μπαμπάς
> μου της
>
> λέει: «Μπορείς να σταματήσεις
> μία στιγμή, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α, αυτό το
> μπουρ
>
> μπουρ μπουρ, μες στ΄ αυτί μου.
> Έλεος δηλαδή, ΕΛΕΟΣ, Ε-Λ-Ε-Ο-Σ!». Κι
> η
>
> μαμά μου λέει: «Δεν φτάνει που
> έχω γίνει χίλια κομμάτια να σας
> υπηρετώ
>
> όλους εδώ μέσα, μια καλή
> κουβέντα να ακούσω, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι
> ο μπαμπάς
>
> μου της λέει: «Έριξες πολύ αλάτι,
> λύσσα το ΄κανες». Κι η μαμά τού
> λέει:
>
> «Ορίστε, εκεί που μας
> χρωστάγανε, μας πήραν και το
> βόδι». Κι εγώ ρωτάω:
>
> «Πότε είχαμε βόδι και μας το
> πήρανε;». Κι ο αδελφός μου μού
> λέει: «Είσαι
>
> μαλακισμένο». Κι εγώ βάζω τα
> κλάματα και λέω: «Με λέει
> μαλακισμένο». Κι
>
> ο μπαμπάς μου του λέει: «Μη λες
> την αδελφή σου μαλακισμένο». Κι
> ο
>
> αδελφός μου λέει: «Αφού είναι;»
> Κι η μαμά μου λέει: «Και δεν θέλω
> να
>
> ακούω τέτοιες λέξεις εδώ μέσα».
> Κι ο αδελφός μου της λέει: «Όταν
> τις
>
> λέει ο μπαμπάς είναι καλά;». Κι η
> μαμά μου λέει στον μπαμπά μου:
>
> «Ορίστε, είδες το παράδειγμα που
> δίνεις στα ίδια σου τα παιδιά».
> Κι ο
>
> μπαμπάς μου λέει: «Μια μπουκιά
> δεν μπορούμε να φαρμακώσουμε σ΄
> αυτό το
>
> σπίτι, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι η μαμά μου
> του λέει: «Τι μπουκιά, εσύ δεν
> είπες
>
> είναι λύσσα; Κι άμα δεν σ΄
> αρέσει, να πας να σου μαγειρεύει
> η Βιβή». Κι
>
> εγώ λέω: «Ποια είναι η Βιβή». Κι η
> μαμά λέει: «Ποια είναι η Βιβή,
>
> Μανώλη; Πες στο παιδί σου, στο
> σπλάχνο σου, στην κόρη σου ποια
> είναι η
>
> Βιβή, Μανώλη». Κι ο πατέρας μου
> λέει: «Η κυρία Βιβή είναι μια
> εξαίρετη
>
> συνάδελφος κι η μάνα σας είναι
> μια τρελή γυναίκα». Κι η μαμά
> λέει:
>
> «Γι΄ αυτό γυρίζουμε μεσάνυχτα,
> Μανώλη; Επειδή η Βιβή είναι μια
> εξαίρετη
>
> συνάδελφος, Μανώλη;». Κι ο
> μπαμπάς λέει: «Γυρίζουμε
> μεσάνυχτα, διότι τα
>
> μεσάνυχτα βρίσκουμε να
> παρκάρουμε. Άντε να δούμε πού θα
> φτάσει ο
>
> πληθωρισμός πια». Κι η μαμά μου
> του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα
> παιδιά,
>
> αλλιώς σου ΄λεγα εγώ». Κι ο
> μπαμπάς της λέει: «Τι θα μου
> ΄λεγες εσύ;».
>
> Κι η μαμά του λέει: «Το δισάκι
> μου στον ώμο, για τον δρόμο, για
> τον
>
> δρόμο, αυτό θα σου ΄λεγα εγώ». Κι
> εγώ λέω: «Έγιν΄ η βροχή χαλάζι,
> δεν με
>
> νοιάζει, δεν με
> νοιάζειειειειει». Κι ο μπαμπάς
> κι η μαμά μού λένε:
>
> «ΣΤΑΜΑΤΑ!!!» και σταματάω.
>
> ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΛΙ μια σιωπή,
> ντράγκα ντούγκα τα πιρούνια. Κι ο
> αδελφός μου
>
> λέει: «Έφαγα, πάω μέσα». Κι ο
> μπαμπάς μου του λέει: «Δεν έχει
> να πας
>
> πουθενά. Τώρα τρώμε όλοι μαζί
> σαν οικογένεια». Κι η μαμά μου
> του λέει:
>
> «Έχει δίκιο ο πατέρας σου, να
> κάτσεις εκεί που κάθεσαι».
>
> Και καθόμαστε όλοι εκεί που
> καθόμαστε.
>
>
>
>
>
> --
> Η ΤΡΟΦΗ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΗ
> ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ,ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ
> ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ .ΣΚΕΨΟΥ ΤΙ ΤΡΟΦΗ
> ΑΓΟΡΑΖΕΙΣ
>
> ΜΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΕΙΣ ΓΙΝΕΣΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ


fuitakos