Saturday, 9 October 2010

ΕΡΧΕΤΑΙ...

Και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα, ήσυχα κι απλά. Και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Ρ
ίτα σ' ένα κόσμο από σίδερο κι ατσάλι, βρες μου ένα τρόπο να μη ντρέπομαι να ζήσω, Ρίτα μου 'χουν βάλει δυναμίτη στο κεφάλι, Ρίτα μην πεθαίνεις μη μ' αφήνεις να σ' αφήσω. Η Ρίτα αλλάζει τώρα πια δεν την τρομάζει, η νύχτα τα φώτα όχι πια, όχι όπως πρώτα. Η Ρίτα το ξέρει, ακονίζει το μαχαίρι…
Α
κούω τις θάλασσες και τα ποτάμια σου, ακούω το γέλιο, ακούω το κλάμα σου. Τις μελωδίες που γεννιούνται στα σπλάχνα σου, τις πολιτείες και τους ανθρώπους που ταξιδεύουν κάτω απ' το δέρμα σου. Ακούω την αλήθεια σου κι' ακούω το ψέμα και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα. Ακούω την Αγάπη ακούω την Αγάπη και δεν ακούω τις σκέψεις μου.
Τ
ον πρώτο χρόνο ήμουνα άγιο παιδί στρωμένο το δεύτερο με γέλασε μια πλάνα αγκαλιά. Τον τρίτο ξημερώθηκα σε άγνωστα κρεβάτια τον τέταρτο τους φίλους μου αποχαιρέτησα. Στην κολυμπήθρα ρίξανε νερό αλκοολούχο και τ' όνομα που μού 'δωσαν ήταν χαμένο ρούχο.
Η
σκέψη που παραμιλά και λέει τα όνειρα σου ανάσα είναι καυτερή και στέπα του Καυκάσου. Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει.
Ρ
ε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω, κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω, 'κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις, ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις, κι ότι σου 'ρθει κατεβάζεις, μην θαρρείς πως με ταράζεις, γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν, για το χαμένο μου αγώνα, που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαίν'.
Α
ν μας αντέξει το σκοινί θα φανεί στο χειροκρότημα. Με κοιτάς σε κοιτώ και μελαγχολείς, ο καιρός πολύς, μ' αγαπάς σ' αγαπώ.
Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα…
Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ, θα πάω να χτίσω μια φωλιά στον ουρανό, θα κατεβαίνω μόνο αν θέλω να γελάσω…

Ε Ρ Χ Ε Τ Α Ι . . .

Sunday, 3 October 2010

Γνωρίζει κανείς αν τρώγεται;

Παράνοια επικρατεί το τελευταίο διάστημα στην πόλη του Μανιταριού (κορυφαία γραφικότητα) στα Γρεβενά και όλη η πόλη κυριολεκτικά έχει πάρει σβάρνα τα βουνά και μαζεύει μανιτάρια. Κάποιοι μάλιστα (!!!) ξυπνάνε από τα χαράματα και βγαίνουν ακόμα και με φακούς για να μην τους προλάβουν οι υπόλοιποι και τους πάρουν τα μανιτάρια.
Ζήλεψα κι εγώ ο χριστιανός (!!!), δεν άντεξα και βγήκα μια βόλτα στην Αθήνα μπας και βρω κανένα ζουρλομάνταρο. Όχι τίποτα άλλο, απλώς να μπω κι εγώ στο κλίμα, να νιώσω λίγο... πατρίδα, βουνό, περπάτημα. Και βρήκα δεν έχω παράπονο. Έλα όμως που δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν τρώγεται ή όχι. Αν γνωρίζει κάποιος ας με βοηθήσει. Άλλωστε στα Γρεβενά έχουμε γεμίσει μανιταράδες και «ξερόλες» μανιταράδες, δεν μπορεί όλο και κάποιος θα μου δώσει τη λύση. Ένας παππούς πάντως που έτυχε να το δει στην είσοδο της πολυκατοικίας, επαρχιώτης παππούς μου είπε: «Στην Αθήνα ζεις, τι μανιτάρια περίμενες να βγάλει αυτό το μπουρδέλο;». Τυχαίο, δε νομίζω…


Κάποιος μου είπε πάντως πως λέγεται HAVITOS o DELICIOUS

fuitakos

Wednesday, 29 September 2010

«Ανακατωσάρια», ο από μηχανής…θεσμός, χωρίς τη μηχανή πλέον!

Ήταν Απρίλιος, χρονολογία μη μου ζητάτε να θυμηθώ, αλλά ξέρω σίγουρα πως δεν ήμουν πάνω από 13 χρονών την πρώτη μου φορά που ήρθα σ’ επαφή με το ΜΟΓ. Με το Μοτοσυκλετιστικό σύλλογο Γρεβενών. Όχι μην φανταστείτε πως καβάλησα μηχανή και «όργωσα» κάποιο βουνό των Γρεβενών. Παρασκευή μεσημέρι και έχοντας τελειώσει το σχολείο, ο προορισμός ήταν ένας. Η πλατεία στην παλιά λαχαναγορά εκεί όπου είχε οριστεί ο τόπος συνάντησης εκατοντάδων μηχανών από ολόκληρη την Ελλάδα για την διοργάνωση του κορυφαίου όπως αποδείχτηκε με τα χρόνια αγώνα ENDURO. Ποτέ μου δεν είχα το… σαράκι της μηχανής κι αυτό φάνηκε και όταν μεγάλωσα (έτσι φαίνεται τουλάχιστον από την ταυτότητα). Στο άκουσμα όμως της διοργάνωσης ενός τόσο σπουδαίου αγώνα με γοήτευε ιδιαίτερα όλο το κλίμα εκείνου του τριημέρου. Από το απόγευμα της Παρασκευής όπου πέρασε η πρώτη μηχανή τον τεχνικό έλεγχο μέχρι αργά το βράδυ της Κυριακής όπου η αυλαία έπεφτε στα γραφεία του ΜΟΓ με τις απονομές δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο μυαλό μου. Δεν υπήρχε διάβασμα, δεν υπήρχε παιχνίδι στη γειτονιά, ούτε φαγητό στο σπίτι κι ας φώναζε η κυρία Δήμητρα. Όλη μέρα γύρω από τις μηχανές μέχρι να ξεκινήσει ο αγώνας, στη συνέχεια και μπαίνοντας κρυφά στο αυτοκίνητο κάποιου γνωστού του πατέρα μου κατέληγα σε κάποια πλαγιά ή σε κάποια ειδική διαδρομή για να παρακολουθήσω από κοντά τους πρωταγωνιστές του αγώνα και το βράδυ επιστροφή στη βάση και στο χώρο στάθμευσης των μηχανών μέχρι το επόμενο πρωινό. Και κάπου εκεί άρχιζε η γνωριμία με τους πραγματικούς πρωταγωνιστές και οι ασταμάτητες ερωτήσεις ενός μπόμπιρα με τις χιλιάδες απορίες προς τους ανθρώπους που ήταν βουτηγμένοι στις λάσπες και απίστευτα κουρασμένοι από την εξαντλητική, παρ’ όλ’ αυτά διασκεδαστική διαδρομή όλη της ημέρας. «Συγνώμη κύριε, πόσο χρονών μπορεί να είναι κάποιος για να κάνει ENDURO; Τι θέση έχετε στον αγώνα; Ποιος θα κερδίσει; Θα έρθετε και του χρόνου; Δηλαδή η μηχανή σας είναι από τις πολύ καλές του αγώνα;» και ένα κάρο άλλες ερωτήσεις που για τους οδηγούς φάνταζαν ανόητες αλλά για μένα εκείνη τη στιγμή μια απάντηση ήταν σαν να είχα κερδίσει ολόκληρο τον αγώνα.

Περισσότερο απ’ όλους όμως θαύμαζα όλους αυτούς που κατάφερναν να διοργανώνουν έναν τόσο όμορφο αγώνα και για τον ίδιο το σύλλογο αλλά και για την πόλη μας. Κι έλεγα μέσα μου μακάρι να μεγαλώσω και να μπορέσω κάποια στιγμή να γίνω κι εγώ μέλος του ΜΟΓ να φοράω το μπλουζάκι του συλλόγου και να βοηθάω από οποιοδήποτε οργανωτικό πόστο σ’ ένα τόσο σημαντικό γεγονός. Και η δίψα μου, αλλά και το μεράκι για τη μηχανή και το ΜΟΓ φαινόταν ακόμα περισσότερο όταν ο αγώνας ολοκληρωνόταν και οι μηχανές έπαιρναν μία… μία το δρόμο της επιστροφής για τις πατρίδες τους κι εγώ γύριζα σπίτι, έκλεινα τα αυτιά στις φωνές της κυρίας Δήμητρας που φώναζε για τα διαβάσματα της επόμενης ημέρας καθώς ξημέρωνε Δευτέρα και ονειρευόμουν. Και η γλυκιά αυτή μελαγχολία κάθε φορά που κάτι ωραίο τελειώνει, κυριαρχούσε στο μυαλό και στα συναισθήματα μου. Ανυπομονούσα για την επόμενη χρονιά. Πότε θα περνούσε ο χρόνος και οι «ξεροί» ήχοι των μηχανών θα κατέκλυζαν και πάλι την πόλη. Πότε θα έκαναν την εμφάνιση τους στην πλατεία των Γρεβενών ο Ερίκος o Καρέρ με το ΚΤΜ, ο Χελιώτης, o Σπυριδόπουλος με τη HUSEMBERG και το γλυκύτατο μπουλντόγκ του, ο Τασιούλης με τις extreme αναρτήσεις του (αυτό θυμάμαι το έλεγαν όλοι αλλά δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν) και όλοι αυτοί που είχα γνωρίσει την προηγούμενη χρονιά και θαύμαζα και ανυπομονούσα να δω να αγωνίζονται και πάλι. Σε μηχανή δεν ανέβηκα ποτέ, αλλά δεν έπαψε ποτέ να με γοητεύει η συμμετοχή σ’ ένα τόσο σημαντικό θεσμό. Εκείνα τα χρόνια με ικανοποιούσε και μόνο η παρουσία μου εκεί. Η μαγεία της οργάνωσης για κάτι τόσο όμορφο για το σύλλογο και την πόλη. Όλο αυτό το άγχος να πάνε όλα καλά και να μην μείνει παραπονεμένος κανείς, οι καβγάδες και οι κόντρες που πάντα κατέληγαν σε μια ζεστή χειραψία η μια ακόμα πιο ζεστή αγκαλιά, όλη αυτή η μαγεία της οργάνωσης ενός θεσμού από τον κορυφαίο σύλλογο της πόλης.

Ένας σύλλογος που δεν έμεινε μόνο στη μηχανή και προχώρησε ακόμα παραπάνω με αφορμή την τρέλα και το μεράκι όλων αυτών των παιδιών. Ένα μπουκάλι κρασί, λίγο φούμο από τις εξατμίσεις των μηχανών, ένα μαύρο καπέλο, μια ορχήστρα και όλοι στο δρόμο. Ήταν αρκετό για να γίνει αυτή η αυθεντική στιγμή κεφιού ένας θεσμός για τον οποίο μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια παραμιλάει και ζηλεύει ολόκληρη η Ελλάδα.
Ένας θεσμός που πλαισιώθηκε από πολύ κόσμο που οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν ανέβει ποτέ τους σε μηχανή σε συνδυασμό με τους μάχιμους/παλαίμαχους αναβάτες. Μόνο τυχαίο δεν ήταν άλλωστε το: «Ανακατωσάρια, ο από ΜΗΧΑΝΗΣ θεσμός».

Κατάφερε έτσι ο ΜΟΓ για δεύτερη φορά να κάνει τα Γρεβενά γνωστά σε ολόκληρη την Ελλάδα παράγοντας… πολιτισμό.

«Ανακατωσάρια; Κι αυτό ο ΜΟΓ το διοργανώνει; Εμείς ξέραμε μόνο για τον καλύτερο αγώνα ΕΝDURO στην Ελλάδα. Τώρα μάθαμε και το καλύτερο αποκριάτικο φεστιβάλ με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο» είναι κάτι που έχει ακουστεί από πολλά στόματα όλα αυτά τα χρόνια.

Όλα αυτά μέχρι το Σεπτέμβριο του 2010 όπου στα γραφεία του ΜΟΓ, παίχτηκε το τελευταίο επεισόδιο ενός θεσμού με ιστορία δέκα ολόκληρων χρόνων. Εκεί όπου ο ίδιος ο σύλλογος και για την ακρίβεια η πλειοψηφία των μελών που έδωσαν το παρών στην προγραμματισμένη γενική συνέλευση σε συνδυασμό με κάποιους που αγάπησαν φέτος τη μηχανή, παρ’ ότι οδηγούν χρόνια, αποφάσισαν πως πρέπει ο ΜΟΓ, ο «πατέρας» των «Ανακατωσαρίων» να απαρνηθεί το «παιδί» του και να το… παρατήσει, αφήνοντας το να βρει μόνο του το δρόμο στη δύσκολη συνέχεια, με όλους τους κινδύνους, γνωρίζοντας κατά βάθος ότι υπάρχουν άνθρωποι που το αγαπάνε και που δεν θα το παρατήσουν αλλά θα το… φροντίσουν. Η ουσία είναι ότι μετά από δέκα χρόνια πορείας γεμάτη μαγικές στιγμές που είναι αδύνατον να τις περιγράψει κάποιος μέσα σε μερικές σειρές ή σε κάποιες κόλες χαρτιού τα «Ανακατωσάρια» έγιναν ο από μηχανής θεσμός χωρίς τη… μηχανή πλέον.

Είχα την τύχη να βρεθώ πολύ κοντά σ’ αυτό το θεσμό, ότι δηλαδή δεν μου επέτρεπε η ηλικία να κάνω με το αγωνιστικό κομμάτι του ΜΟΓ και κατάλαβα πως δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από την ενασχόληση σου μ’ ένα θεσμό που αποτελεί στολίδι για την πόλη που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Μια πορεία γεμάτη συναισθήματα, εικόνες και όνειρα. Φιλίες, κόντρες, ευθύνες και ένα γλυκό όραμα παραγωγικότητας για τη ζωή. Μια πορεία γεμάτη στιγμές. Και το «ζήσε τις στιγμές» που έλεγε πάντα ο Βαγγέλης μ’ έκανε να καταλάβω πόσο σημαντικό είναι μερικές φορές το κάθε λεπτό που περνάει στη ζωή μας. Μ’ έκανε να καταλάβω πως το θέλω και το μπορώ μπορεί να ξεπεράσει το πρέπει και το δεν γίνεται. Το θέλω και το μπορώ, είναι ικανό να ξεπεράσει πολιτικά παιχνίδια και προσωπικές σκοπιμότητες.

Γυρνώντας το χρόνο πίσω ειλικρινά δεν ξέρω αν θα ήθελα να είχαν εξελιχτεί αλλιώς τα πράγματα αναφορικά με το ΜΟΓ τους αγώνες και τα Ανακατωσάρια. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσα να ζω σε κάποια άλλη εποχή και να έχω προλάβει να ζήσω ενεργά και το αγωνιστικό κομμάτι αυτού του συλλόγου, είμαι σίγουρος όμως πως τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα δέκα αυτά χρόνια πορείας ενός θεσμού που πραγματικά αποτέλεσε την Ιθάκη της ευτυχίας για τους γρεβενιώτες αλλά και για όλους αυτούς που είχαν την τύχη να το ζήσουν έστω και για μία φορά και που σίγουρα στην πορεία δεν ήταν μόνο μία. Αυτό που εγώ κατάλαβα με το φτωχό μου μυαλουδάκι είναι πως στη μηχανή ο αναβάτης είναι ένας, άντε δύο, άντε τρεις για τους πιο ριψοκίνδυνους. Σ’ ένα θεσμό όμως δεν υπάρχουν «θέσεις» και οι αναβάτες είναι πολλοί και μπορούν να γίνουν περισσότεροι. Κι αυτό αποδείχτηκε όλα αυτά τα χρόνια και θα συνεχίσει να αποδεικνύεται όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα πάψουν ποτέ να ονειρεύονται. Κι όπως λέει κι ο στίχος ενός εξαιρετικού τραγουδιού «Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει».


fuitakos (διά το γνήσιον της υπογραφής Γιάννης Ευαγγελόπουλος)


Monday, 27 September 2010

Η «μαύρη» μέρα των Metallica

Είκοσι τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο Cliff Burton. Ο θρυλικός μπασίστας των Metallica, που συνέδεσε το όνομα του με τους τρεις ιστορικούς πρώτους δίσκους του συγκροτήματος.

Ήταν ξημερώματα της 27ης Σεπτεμβρίου του 1986 όταν το λεωφορείο που χρησιμοποιούσαν οι Metallica για την περιοδεία τους στη Σουηδία, ξέφυγε από την πορεία του και αναποδογύρισε στην άκρη του δρόμου. Ο Cliff Burton που κοιμόταν στο κρεβάτι που ο ίδιος είχε επιλέξει (μετά από μία παρτίδα χαρτιά με τον Kirk Hammet) εκτοξεύτηκε από το παράθυρο και το λεωφορείο τον καταπλάκωσε, οδηγώντας τον στο θάνατο.

Ο Cliff Burton ήταν ο άνθρωπος για τον οποίο οι Metallica μετακόμισαν στο Σαν Φρανσίσκο από το Λος Άντζελες αλλάζοντας μια για πάντα τον χάρτη του Metal. Η πρώτη του ηχογράφηση με το συγκρότημα ήταν το Megaforce Demo, ενώ ακολούθησε το ιστορικό Νο life till’ leather.

Ο πρώτος τους δίσκος (Kill em All) κυκλοφόρησε το 1983 και περιέχει το περίφημο instrumental (Anesthesia) Pulling Teeth. Στο Ride the Lightning της επόμενης χρονιάς οι ικανότητες του παρουσιάζονται σε όλη τους τη δόξα στο, For Whom the bell tolls, που ανάθεμα αν κάποιος καταλαβαίνει με την πρώτη ότι αυτό που ακούγεται στην έναρξη είναι μπάσο, αλλά και στο Call of Ktulu.

Το Master of Puppets του 1986 έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ο καλύτερος δίσκος του Heavy Metal, ενώ αποτελεί και την τελευταία δουλειά του Burton με τους Metallica, αφού στην περιοδεία Damange inc. Tour που ακολούθησε συνάντησε τον θάνατο…

Ο στίχος "...cannot the Kingdom of Salvation take me home?" από το τραγούδι "To Live Is to Die", είναι χαραγμένος στην ταφόπλακα του.

Ο Cliff Burton θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους μπασίστες όλων των εποχών ενώ είναι κοινή πεποίθηση ότι πολλές επιλογές που έκαναν μουσικά οι Metallica από την δεκαετία του 90’ και μετά θα ήταν διαφορετικές αν ο Cliff ζούσε…
Πηγή: sportfm.gr

fuitakos